Σάκης Σερέφας : «Έχω μάθει να φοβάμαι τον “πεινασμένο” άνθρωπο…»

sakis serefasΟ Σ.Ε. συνομίλησε με τον Σάκη Σερέφα συγγραφέα του θεατρικού έργου «ΜΑΜ», που το 2007 τιμήθηκε με το βραβείο νεοελληνικού έργου «Κάρολος Κουν», της Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών Κριτικών. Η θεατρική παράσταση ανεβαίνει από το  Άρμα Θέσπιδος, το οποίο συνεχίζει για τέταρτη συνεχή χρονιά την Καλλιτεχνική του πορεία.

Oι παραστάσεις του ΜΑΜ θα ανέβουν στην ευρύτερη περιοχή της Αχαΐας, σε σχολεία συλλογικότητες, Νοσοκομεία, Ιδρύματα, φυλακές κ.α. Μετά την περίοδο των εορτών το έργο θα παίζεται κάθε Δευτέρα και Τρίτη στο Δημοτικό Θέατρο Απόλλων.

Με τον συγγραφέα συζητήσαμε για το έργο του, το φαγητό και εάν μπορεί να αποτελέσει ένα ταξίδι, την αγάπη για την ελληνική κουζίνα που μπορεί να αποκτήσουν τα παιδιά και τέλος για την ψυχή των ανθρώπων.

Θα ήθελα να μας πείτε λίγα λόγια για το θεατρικό σας έργο Μάμ, το οποίο παρουσιάζεται από το ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας σε σκηνοθεσία Χρήστου Στρέπτκου

Επί επτά χρόνια, ένας μοναχικός μαθητής, ο Ζοζέφ, κι ένας μοναχικός οδηγός λεωφορείου, ο Μεγάλος, αναπτύσσουν μια ιδιότυπη φιλία. Καθισμένοι πλάι-πλάι μέσα στο σχολικό λεωφορείο, συζητούν κι εξομολογούνται μυστικά κι εμπειρίες για την ευτυχία, τον έρωτα, τη μνήμη, τον θάνατο, τα ζόρια αλλά και τα κέφια της ζωής. Για τον μαθητή αυτή η σχέση αποτελεί μια μύηση στη ζωή που τον περιμένει. Για τον οδηγό αποτελεί μια αφορμή για αναπόληση και επανεκτίμηση της ζωής που πέρασε. Ως “εργαλείο” για τα επτά μυητικά στάδια χρησιμοποιούνται επτά μαγειρεμένες τροφές τις οποίες προσφέρει και εξηγεί, ανά μία κάθε χρόνο, ο οδηγός στον μαθητή, ενώ από τη μεριά του ο μαθητής καλείται, επί επτά χρόνια, να ανακαλύψει, ως τελετουργία αυτογνωσίας, την ιδανική συνταγή για την παρασκευή του τέλειου ταραμά.

Το ΜΑΜ είναι ένα έργο που δεν ξέρω αν το επινόησα εγώ ή με επινόησε εκείνο. Το ζούσα και με ζούσε από παιδί. Εννοώ πως τα ερωτήματα που απασχολούν τον Ζοζέφ είναι αυτά που με απασχόλησαν από παιδί μέχρι σήμερα, όμως χωρίς εγώ να έχω πλάι μου κάποιον Μεγάλο ως γκουρού. Οπότε, στα μέσα της προσδόκιμου ορίου της ζωής μου, επινόησα αυτό το έργο για να με συμβουλεύσω, να με έχω στο πλάι μου, να με νιώθω στο πλάι μου, όπως ο Ζοζέφ τον Μεγάλο.

Έχουμε υποτιμήσει το φαγητό και το αντιμετωπίζουμε φοβικά, με τον θερμιδομετρητή ανά χείρας. Η δικτατορία των γραμμωμένων κοιλιακών έχει εγκατασταθεί για τα καλά στο softwear του εγκεφάλου μας. Ξεχάσαμε να αφουγκραζόμαστε την τροφή μας. Ξεχάσαμε να αφουγκραζόμαστε την όρεξή μας για τροφή. Ξεχάσαμε να αγαπάμε την κοιλιά μας. Και η κοιλιά, όταν την ξεχάσεις, πάντα εκδικείται.

Το φαγητό εκτός από την πρωταρχική του σημασία μπορεί να αποτελέσει και ένα ταξίδι στις ιστορίες των ανθρώπων που κάθε φορά έχει τη μαγεία να είναι διαφορετικό. Τι πιστεύετε;

Παρατηρήστε τι συμβαίνει γύρω σας. Μέσα σε λεωφορεία, σε τρένα, σε θαλάμους αναμονής ιατρείων, σε ουρές ταμείων στα σούπερ μάρκετ, άγνωστοι μεταξύ τους άνθρωποι πιάνουν κουβέντα με αφορμή κάποια τρόφιμα που ψωνίζουν ή κάποια που κουβαλούν στην τσάντα τους ή μια συνταγή σε ένα περιοδικό που ξεφυλλίζουν για να περάσει η ώρα. Και, σιγά σιγά, μέσα από αυτήν την κουβέντα αρχίζουν να ξετυλίγονται αναμνήσεις, προσωπικές ιστορίες, προσκλητήριο τεθνεώτων και αναπολήσεις ξένων τόπων. Το φαγητό μάς ενώνει γιατί είναι φορτισμένο συναισθηματικά με όλη μας την πρότερη ζωή. Κι αυτήν τη ζωή θέλουμε να την αφηγηθούμε πάση θυσία σε κάποιον, γιατί συνεχώς αναζητούμε ακροατές για τις ιστορίες μας.

Απευθυνόμενος σε ένα μαθητή Δημοτικού τι θα γράφατε για να του εμπνεύσετε την αγάπη για την ελληνική κουζίνα;

Θα γυρνούσα μια κινηματογραφική ταινία με το εξής σενάριο, παρεμφερές με του Μαμ: Ένας τριαντάχρονος γυρίζει διάφορα μέρη της Ελλάδας προσπαθώντας να συλλέξει στοιχεία για τον παππού του, ο οποίος πέθανε πρόσφατα. Σε κάθε τόπο που επισκέπτεται, οι μάρτυρες τους οποίους συναντά (πρώην φίλοι, συνάδελφοι και συγγενείς του παππού του, ο οποίος ήταν δημόσιος υπάλληλος και έπαιρνε συνεχείς μεταθέσεις) τού αφηγούνται ιστορίες για τον παππού του οι οποίες επικεντρώνονται γύρω από ένα φαγητό. Σιγά σιγά, μέσα στην ψυχή του τριαντάχρονου, η μνήμη του παππού ταυτίζεται με τη μνήμη μιας γεύσης, ενός φαγητού, καθώς ο τριαντάχρονος το δοκιμάζει επιτόπου, μαγειρεμένο σε εστιατόρια ή στα σπίτια των μαρτύρων. Διότι, πάνω απ’ όλα, η τροφή είναι μνήμη. Η τροφή είναι πατρίδα.

Γιατί κάποιοι «θέλουν να κερδίσουν όλο τον κόσμο» και γι’ αυτό είναι διατεθειμένοι να χάσουνε την ψύχη τους ;

«Μοιάζει με την ταβέρνα της γειτονιάς μας ο εαυτός μας, Ζοζέφ. Μπορεί και να’ ναι πολύ φίνο μαγαζί, αλλά δεν έχουμε καμιά όρεξη να πάμε τόσο κοντά στο σπίτι μας για να διασκεδάσουμε.» Αυτή η φράση που ακούγεται σε μια σκηνή του Μαμ εκφράζει μια βαθιά πίστη μου. Πολλοί άνθρωποι ψάχνουν να βρουν την ολοκλήρωση, την ευτυχία, το νόημα της ζωής τους όχι βαθιά μέσα στον εαυτό τους, στις γνήσιες ανάγκες και επιθυμίες τους, αλλά σε επίπλαστες, ψεύτικες επιθυμίες. Γι’ αυτό και είναι διαρκώς πεινασμένοι, δηλαδή αχόρταγοι. Μόνο που αυτή η αχορταγιά –το ταμάχι, που λένε οι παλιοί– καταλήγει σε αυτοφαγία, κατασπαράσσουν τον ίδιο τους τον εαυτό, για ένα σπίτι με πισίνα, για μια θέση εξουσίας, για μια εφήμερη δόξα. Έχω μάθει να φοβάμαι τον “πεινασμένο” άνθρωπο και αποτραβιέμαι πάντα μακριά του.

Τελευταία Ενημέρωση : Παρασκευή, 14/12/2018

Πρωτοσέλιδο Τελευταίας Έκδοσης

Πρωτοσέλιδο Τελευταίας Έκδοσης

PDF, E-Paper τελευταίας έκδοσης εδώ

Ανασκόπηση 2018

Πρωτοσέλιδο Ανασκόπησης

Δείτε το PDF εδώ

Δίκτυο Forum Ανάπτυξης

Δειτε το καναλι μας στο YouTube

Video Gallery

Απόψεις

Αρχή Σελίδας